Χαίρετε, κλειστὰ λουλούδια /τῆς πρωτόβγαλτης αύγῆς!/ Ὤ! τὸ ἀσκόρπιστο τὸ μύρο/ μέσα τὸ φυλᾶτε ἐσεῖς!/
Μάτια σεῖς ποὺ ὅλο ρωτᾶτε/ὦ ἀφανέρωτα φτερά,/ ὀνειρό- θρεφτα κορμάκια,/μεταξόμαλλα παιδιά.
Κωστὴς Παλαμᾶς

Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

ΠΡΟΣΚΛΗΣΙΣ


Με ιδιαίτερη χαρά σας προσκαλούμε στην  εκδήλωση που οργανώνει το Ιδιωτικό Δημοτικό Σχολείο « ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ» , κατά την οποία θα μιλήσουμε για τη διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και των δομών του Πολιτισμού μας στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση και θα παρουσιαστούν ενδιαφέροντα δείγματα από την Ιστορία και την εξέλιξη του αρχαίου Δράματος.
Η παρουσία σας θα αποτελέσει ιδιαίτερη τιμή για εμάς.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΒΡΑΔΙΑΣ

«Ο Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός

στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση»

Ομιλία - Παρουσιάσεις - Θεατρικά Δρώμενα

 
Α΄ μέρος

Η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση

Εισηγητές:  Ειρήνη Μαυροπούλου, δρ. φιλολογίας ΕΚΠΑ

                     Θεόδωρος Πισιμίσης, φιλόλογος, υπεύθυνος προγράμματος

                      Αρχαίων, στην «ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ»

Διάρκεια α΄ μέρους: 30΄
Β΄ μέρος

Από τη Γένεση στην εξέλιξη του Αρχαίου Δράματος

Παρουσιάσεις και θεατρικά δρώμενα από τους μαθητές της Δ΄ τάξης του Δημοτικού Σχολείου «ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ»


Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

Ώρα 19:00

ΠΕΙΡΑΪΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ : Αίθουσα βαρώνου Κίμωνος Ράλλη, Πειραϊκός Σύνδεσμος - Καραΐσκου 104, Πειραιάς

 

 

ΟΡΓΑΝΩΣΗ: “ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ” Ιδιωτικό Δημοτικό Σχολείο www.pedagogiki-birds.gr

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Διεθνής Ἡμέρα Μουσείων

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ 17 ΜΑΪΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ 18 ΜΑΪΟΥ
 μὴ παραλείψετε νὰ ἐπισκεφθῆτε τὰ μουσεῖα μας, τὰ ὁποῖα,  λόγω τῆς διεθνοῦς ἡμέρας μουσείων, ἔχουν ἐλεύθερη εἴσοδο καὶ ὀργανώνουν πλῆθος εκδηλώσεων γιὰ μικροὺς καὶ μεγάλους.


 Θὰ σᾶς πρότεινα νὰ ξεκινήσετε ἀπὸ τὸ κυκλαδικὸ μουσεῖο. Δεῖτε τὸ πρόγραμμά του  στὸν ἀκόλουθο ἱστότοπο www.cycladic.gr

 

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

ΚΑΛΗ ΛΑΜΠΡΗ!

Δημήτρης Μοράρος:Ημερολόγιο 2010

 

ΜΙΑ ΕΚΘΕΣΙΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑΝ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΣΕΤΕ!


ὑγεία καὶ νοῦς ἀγαθὰ τῷ βίῳ δύο...


Μὲ μαθητές μας ἀπό δύο Δημοτικά σχολεῖα τοῦ Ἁλίμου, τὰ ὁποῖα ἐνέταξαν τὸ μάθημα " Διαλεχθῶμεν Ἑλληνικῶς" στὶς ἀπογευματινές τους δραστηριότητες, ἐπισκεφθήκαμε τὴν ἔκθεσι τοῦ Κυκλαδικοῦ Μουσείου " ΙΑΣΙΣ" μὲ θέμα τὴν ΥΓΕΙΑ καὶ τὴν προάσπισίν της.
Εἴδαμε καὶ μάθαμε πολλά γιὰ τὴν ἰατρικὴ τέχνη ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, τοὺς ἐκπροσώπους της καὶ τοὺς τόπους ἀσκήσεώς της.

Νά μερικὰ ἐρωτήματα ποὺ μᾶς απασχόλησαν καὶ ἐκεῖ βρήκαμε τὶς ἀπαντήσεις:

1) Τί δήλωνε ἡ λέξις " δίαιτα" ;
2) Ποιός εἶναι ὁ θεός τῆς Ἰατρικῆς; Πῶς ὀνομάζεται ἡ σύζυγός του καὶ τὰ τέκνα τους; .Τί σημαίνουν τὰ ὀνόματά τους;
3)Ὁ Ἱπποκράτης, ὁ πατέρας τῆς ἐπιστημονικῆς ἰατρικῆς, διατύπωσε τὴν θεωρία τῶν τεσσάρων χυμῶν τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου. Ποιοί εἶναι αὐτοὶ οἱ τέσσερις χυμοί; Τί ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν αὐτοί βρίσκονται σὲ ἰσορροπία καὶ τί ἀποκτᾶ, ὅταν ἕνας ἐξ αὐτῶν αὐξηθῆ;
4) Ἐπισκεφθήκαμε τὴν ἔκθεσι " ΙΑΣΙΣ". Τί σημαίνει ἴασις; Μὴν ξεχνᾶμε καὶ τὸ μυθικὸ πρόσωπο Ἰάσων. Ἀπὸ ποιό ρῆμα προέρχονται αὐτὲς οἱ λέξεις; Άς σκεφθοῦμε μία τουλάχιστον ἀκόμη λέξι τῆς ίδίας οἰκογενείας (ὁμόρριζη).
5)Οἱ πρόγονοί μας ἀφιέρωναν τάματα γιὰ τὴν θεραπεία τους, ὅπως καὶ ἐμεῖς σήμερα; Ἅν ναί, πῶς αὐτὰ ονομάζονταν;


Σᾶς δίνουμε μία μικρή βοήθεια, ἄν θέλετε νὰ ἀπαντήσετε καὶ σεὶς στὰ

ρωτήματα αυτά:

1) διαιτῶμαι:ζῶ μὲ συγκεκριμένο τρόπο
2) Ἀσκληπιός: ἀ (στερητικό) + σκέλλω (ξηραίνω, στεγνώνω) + ἥπιος
ἀκέομαι: θεραπεύω
3) κεράννυμι:αναμειγνύω ἐξ οὗ κρᾶσις:ἀνάμειξις
4) ἰάομαι/ἰῶμαι:θεραπεύω


 

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Ο ΑΡΙΘΜΟΣ

Ἔχετε σκεφθῆ ὅτι, μολονότι ὅλοι μιλᾶνε γιὰ ἀριθμούς καὶ  διδασκόμασθε ἀριθμητικὴ ἀπὸ πολὺ μικροί, ποτὲ κανεὶς δὲν μᾶς εἶπε τί εἶναι ὁ ἀριθμός ἤ τί σημαίνει ἀριθμός;
Ὁ Χρῆστος, 9 ἐτῶν, διερεύνησε τὴν ἔννοια τοῦ ἀριθμοῦ καὶ νὰ τί βρῆκε:

"Ἀριθμός: ἐτυμολογικῶς ἐκ τοῦ ἀραρίσκω (ἁρμόζω, συνδέω) + ἴθμα (βῆμα). Δηλαδὴ συνδέω -προσαρμόζω καὶ προχωρῶ. Ἴθματα (βήματα) ἀπὸ τοῦ δι΄αὐτῶν ἰέναι (προχωρεῖν) ἐπεξηγεῖ ὁ Ἡσύχιος.
Ἀριθμὸς ἄρτιος:ἄρτιος σημαίνει "ὁ ἀραρὼς πρός τι" ὁ ἐζευγμένος μὲ κάποιον ἄλλον, ὁ ζυγός.
Ἀριθμὸς περιττὸς ἤ περισσός: ὁ μὴ ἄρτιος. Κάτι περισσεύει, δὲν ἀραρίσκεται, δὲν ἔχει πρὸς ποῖον νὰ συνδεθῆ, παραμένει "περίσσιος".
Ἀκέραιος ἀριθμός: ἐκ τοῦ ἀ- στερητικοῦ + κείρω (κόπτω).
Κλασματικὸς ἀριθμός: ἐκ τοῦ κλάω (σπάω)

Ἥμισυς (μισὸς): ἐκ τοῦ ἅμα + ἴσος τινὶ; τοῦ ὅλου διαιρεθέντος, ἤ τὸ ἅμα ἄλλῳ ἴσον. "Ἥμισυς γέγονε παρὰ τὸ ἅμα +ἴσος=ἀμάισος καὶ δι' εὐφωνίαν ἥμισυς.
Μετρῶ: Διὰ νὰ δύναται κάποιος νὰ μετρᾶ καὶ νὰ λογαριάζη, πρέπει νὰ διαθέτη μῆτιν (σύνεσιν), γνῶσιν, σοφίαν. Ὅθεν: μῆτις+ῥέω=μητρῶ - μετρῶ.

Σημ.: Τὸ ἀραρίσκω προέρχεται (μὲ ἀναδιπλασιασμό) ἀπὸ τὸ ἄρω, ἀπὸ ὅπου προέρχονται καὶ τὸ ἄρθρον, ἁρμόζω, ἄρτι. ἄρτιος, ἀρτύω, ἁρμός καὶ ἁρμονία.  Ἐπίσης ἀρθμός=δεσμὀς, σύνδεσμος καὶ ἄρθμιος = ἡνωμένος.
Τὸ ἴθμα ἐκ τοῦ ρήματος εἶμι (ἔρχομαι). Προστακτική:ἴθι, ἴτω. ἴτε, ἰόντων.

ΠΗΓΈΣ:  Λεξικὸν τῆς ἀρχαἰας Ἑλληνικῆς γλώσσης Lidell - Scott
               Ο ΕΝ ΤΗ ΛΕΞΕΙ ΛΟΓΟΣ, Ἄννα Τζιροπούλου-Εὐσταθίου

Η ΑΝΟΙΞΙΣ ΗΡΘΕ ΞΑΝΑ

Ἡ Εὐαγγελία, 8 ἐτῶν, μὲ ἀφορμὴ τὴν Παγκόσμια Ἡμέρα Ποιήσεως μᾶς χάρισε τὸ παρακάτω ποίημά της:

Ἡ ἄνοιξη ἦρθε ξανά,
τὰ ἄνθη ἀνθίζουν,
ἔρχονται κι οἱ νέοι καρποί.
Ἄχ, πόσο μ΄ἀρέσει ἡ ἄνοιξη, παιδιά,
ἐλᾶτε νὰ γιορτάσουμε
τὴν μέρα ποὺ γυρίζει ἡ Περσεφόνη,
ἐλᾶτε νὰ διασκεδάσουμε ἔξω στὴν φύση!
 
 

 
                                                                           Σὲ εὐχαριστοῦμε, Εὐαγγελία!

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Ο ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟΝ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Ἡ Νεφέλη γράφει γιὰ μία
ΕΚΘΕΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΜΕΙΝΗ ΑΞΕΧΑΣΤΗ!
 

"Πρὶν ἀπὸ μία ἑβδομάδα τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀγωγῆς ταξίδεψαν στὰ βάθη τῶν ποιημάτων τοῦ Καβάφη, στὸ Μουσεῖο Κυκλαδικῆς Τέχνης, βλέποντας ταυτοχρόνως ἔργα τῆς  κάθε ἐποχῆς στὴν ὁποία ἐκεῖνος ἀναφέρεται".

 Ἐγὼ λοιπὸν ἤμουν μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ αὐτά. Φθάσαμε ὅλοι στὸ Μουσεῖο περίπου μισὴ ὥρα πρὶν ἀνοίξει. Γι΄αὐτὸ θεωρήσαμε σωστὸ νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν Καβάφη καὶ τὰ ἔργα του. Ὁ καθένας μας ἄκουγε κάτι καινούργιο, ὁπότε δὲν καταλάβαμε πότε πέρασε ἡ ὥρα καὶ ἄνοιξε τὸ Μουσεῖο. Μόλις μπήκαμε μέσα μείναμε ἔκπληκτοι. Μπήκαμε στὴν πρώτη αἴθουσα, ὅπου κατὰ τὴν γνώμη μου εἶχε τὸ πιο ὡραῖο ἄγαλμα. Τὸ ἄγαλμα αὐτὸ εἶχε γύρω του καθρέφτες, οὕτως ὥστε, ἄν στεκόσουν σὲ ἕνα συγκεκριμένο σημεῖο, μποροῦσες νὰ δεῖς τὰ μέρη τοῦ ἀγάλματος, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονταν στὸ ποίημα τοῦ Καβάφη. Σὲ κάθε ἄγαλμα που ἀντικρύζαμε, στεκόμασταν καὶ μιλούσαμε γι΄αὐτὸ κι ὁ καθένας προσέθετε κάτι. Ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ἀνέβουμε στὸν ἐπάνω ὄροφο, ἀντικρύσαμε τὶς σκέψεις καὶ τὰ ποιήματα τοῦ Καβάφη δεμένα μὲ ἕνα σκοινὶ νὰ πηγαίνουν πρὸς τὸν οὐρανό. Στὴν ἐπάνω αἴθουσα γνωρίσαμε ποιήματα ἐπηρρεαμένα ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό. Ἦρθε ὅμως δυστυχῶς καὶ ἡ ὥρα γιὰ νὰ φύγουμε, ὁπότε ὅλοι μὲ χαμηλωμένο τὸ πρόσωπο βγήκαμε ἔξω καὶ μιλήσαμε γιὰ ὅσα εἴδαμε.

Αὐτὴ ἡ ἐπίσκεψις θὰ μοῦ μείνει ἀξέχαστη, διότι εἶναι δύσκολο νὰ συνδυασθοῦν οἱ Εἰκαστικὲς Τέχνες μὲ τὰ ποιήματα τοῦ Καβάφη."




2 Φεβρουαρίου 2014,  Καψάλη Νεφέλη

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

2014

 

Εὔχομαι

 

τυχεῖν τὰ βεβουλευμένα!

______________________________________________________________________________

ΑΝΘΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΛΟΥ

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

video
 

        Ἐπὶ πολλὰς νύκτας κατὰ συνέχειαν ἔβλεπεν ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντὰ στὰ Κοτρώνια τοῦ ἀνατολικοῦ γιαλοῦ, ἀνάμεσα εἰς δύο ὑψηλοὺς βράχους καὶ κάτω ἀπὸ ἕνα παλαιὸν ἐρημόσπιτον κατηρειπωμένον, ―ἐκεῖ ἔστρωνε συνήθως τὴν κάπαν ἐπάνω στὴν πλώρην τῆς βάρκας, κ᾿ ἐκοιμᾶτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ὕπνον, τρεῖς σπιθαμὲς ὑψηλότερ᾿ ἀπὸ τὸ κῦμα, θεωρῶν τὰ ἄστρα, καὶ μελετῶν τὴν Πούλιαν καὶ ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ― ἔβλεπε, λέγω, ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, ἔξω ἀπὸ τὰ δύο ἀνθισμένα νησάκια, τὰ φυλάττοντα ὡς σκοποὶ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, ἓν μελαγχολικὸν φῶς ―κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ἢ ἄστρον πεσμένον― νὰ τρεμοφέγγῃ, ἐκεῖ μακράν, εἰς τὸ βάθος τῆς μελανωμένης εἰκόνος, ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα, καὶ νὰ στέκῃ ἐπὶ ὥρας, φαινόμενον ὡς νὰ ἔπλεε, καὶ μένον ἀκίνητον.
    
                Ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, λεμβοῦχος ψαράς, ἦτον ἀδύνατος στὰ μυαλὰ ὅπως καὶ πᾶς θνητός. Ἀρκετὸν ἦτο ἤδη ὁποὺ ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ ἐκεῖ, δίπλα εἰς τοὺς δύο μαυρισμένους βράχους, κάτω ἀπὸ τὸ ἐρημόσπιτον ἐκεῖνο, τ᾿ ὁλόρθον ἄψυχον φάντασμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν φήμην, ὅτι ἦτο στοιχειωμένον, Ἐκαλεῖτο κοινῶς «τῆς Λουλούδως τὸ Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δὲν ἤξευρεν. Ἢ ἂν ὑπῆρχον ὀλίγα γραΐδια «λαδικά», ἢ καὶ δύο τρεῖς γέροι, γνωρίζοντες τὰς παλαιὰς ἱστορίας τοῦ τόπου, ὁ Μάνος δὲν ἔτυχεν εὐκαιρίας νὰ τοὺς ἐρωτήσῃ.
Ἔβλεπε, βραδιὲς τώρα, τὸ παράδοξον ἐκεῖνο μεμακρυσμένον φῶς νὰ τρέμῃ καὶ νὰ φέγγῃ ἐκεῖ εἰς τὸ πέλαγος, ἐνῷ ἤξευρεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐκεῖ κανεὶς φάρος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε φροντίσει δι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὰ μικρὰ μέρη, τὰ μὴ ἔχοντα ἰσχυροὺς βουλευτάς.
Τί, λοιπόν, ἦτο τὸ φῶς ἐκεῖνο; ᾘσθάνετο ἐπιθυμίαν, ἐπειδὴ σχεδὸν καθημερινῶς ἐπέρνα μὲ τὴν βάρκαν του ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πέραμα, ἀνάμεσα εἰς τὰ δύο χλοερὰ νησάκια, καὶ δὲν ἔβλεπε κανὲν ἴχνος ἐκεῖ τὴν ἡμέραν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξηγῇ τὴν παρουσίαν τοῦ φωτὸς τὴν νύκτα, νὰ πλεύσῃ τὰ μεσάνυχτα, διακόπτων τὸν μακάριον ὕπνον του, καὶ τοὺς ρεμβασμούς του πρὸς τ᾿ ἄστρα καὶ τὴν Πούλιαν, νὰ φθάσῃ ἕως ἐκεῖ, νὰ ἰδῇ τί εἶναι, καί, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ τὸ κυνηγήσῃ τὸ μυστηριῶδες ἐκεῖνο φέγγος. Ὅθεν ὁ Μάνος, ἐπειδὴ ἦτο ἀσθενὴς ἄνθρωπος, καθὼς εἴπομεν, νέος εἰκοσαετής, ἐκάλεσεν ἐπίκουρον καὶ τὸν Γιαλὴν τῆς Φαφάνας, δέκα ἔτη μεγαλύτερόν του, ἀφοῦ τοῦ διηγήθη τὸ νυκτερινὸν ὅραμά του, διὰ νὰ τοῦ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὴν ἀσυνήθη ἐκδρομήν.

          Ἐπῆγαν μίαν νύκτα, ὅταν ἡ σελήνη ἦτο ἐννέα ἡμερῶν, κ᾿ ἔμελλε νὰ δύσῃ περὶ τὴν μίαν μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ φῶς ἐφαίνετο ἐκεῖ, ἀκίνητον ὡς καρφωμένον, ἐνῶ ὁ πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ἠρέμα πρὸς δυσμὰς κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῇ ὀπίσω τοῦ βουνοῦ. Ὅσον ἔπλεαν αὐτοὶ μὲ τὴν βάρκαν, τόσον τοὺς ἔφευγε, χωρὶς νὰ κινῆται ὀφθαλμοφανῶς, ὁ μυστηριώδης πυρσός. Ἔβαλαν δύναμιν εἰς τὰ κουπιά, «ἐξεπλατίσθηκαν». Τὸ φῶς ἐμακρύνετο, ἐφαίνετο ἀπώτερον ὁλονέν. Ἦτο ἄφθαστον. Τέλος ἔγινεν ἄφαντον ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς των.
Ὁ Μάνος, μαζὶ μὲ τὸν Φαφάναν, ἔκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Ἀντήλλαξαν ὀλίγας λέξεις:
― Δὲν εἶναι φανάρι, δὲν εἶναι καΐκι, ὄχι.
― Καὶ τί εἶναι;
― Εἶναι…
Ὁ Γιαλὴς τῆς Φαφάνας δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ.
Τὴν νύκτα τῆς τρίτης ἡμέρας, καὶ πάλιν δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας μετ᾿ αὐτήν, οἱ δύο ναυτίλοι ἐπεχείρησαν ἐκ νέου τὴν ἐκδρομήν. Πάντοτε ἔβλεπαν τὴν μυστηριώδη λάμψιν νὰ χορεύῃ εἰς τὰ κύματα. Εἶτα, ὅσον ἐπλησίαζαν αὐτοί, τόσον τὸ ὅραμα ἔφευγε. Καὶ τέλος ἐγίνετο ἄφαντον. Τί ἆρα ἦτο;
        Εἷς μόνον γείτων εἶχε παρατηρήσει τὰς ἐπανειλημμένας νυκτερινὰς ἐκδρομὰς τῶν δύο φίλων μὲ τὴν βάρκαν. Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας, ἄνθρωπος πενηντάρης, εἶχε διαβάσει πολλὰ παλαιὰ βιβλία μὲ τὰ ὀλίγα κολλυβογράμματα ποὺ ἤξευρε, καὶ εἶχεν ὁμιλήσει μὲ πολλὰς γραίας σοφάς, αἵτινες ὑπῆρξαν τὸ πάλαι. Ἐκάθητο ὅλην τὴν νύκτα, ἀγρυπνῶν, σιμὰ εἰς τὸ παράθυρόν του, βλέπων πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ πότε ἐδιάβαζε τὰ βιβλία του, πότε ἐρρέμβαζε πρὸς τὰ ἄστρα καὶ πρὸς τὰ κύματα. Ἡ καλύβη του, ὅπου ἔρημος καὶ μόνος ἐκατοικοῦσεν, ἔκειτο ὀλίγους βράχους παραπέρα ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς Λουλούδως, ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του ὁ Μάνος, ἀνάμεσα εἰς τὸ σπίτι τῆς Βάσως τοῦ Ραγιᾶ καὶ τῆς Γκαβαλογίνας.
Μίαν νύκτα, ὁ Κορωνιὸς καὶ ὁ ἔγγονος τῆς Φαφάνας ἡτοιμάζοντο νὰ λύσουν τὴν βάρκαν, καὶ νὰ κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, διὰ νὰ κυνηγήσουν τὸ ἀσύλληπτον θήραμά των.
Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας τοὺς εἶδεν, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν καλύβην του, φορῶν ἄσπρον σκοῦφον καὶ ράσον μακρύ, ὅπως ἐσυνήθιζε κατ᾿ οἶκον, ἐπήδησε δύο τρεῖς βράχους πρὸς τὰ ἐκεῖ, κ᾿ ἔφθασε παραπάνω ἀπὸ τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ δύο φίλοι.
― Γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός, παιδιά; τοὺς ἐφώναξεν. Εἶναι βραδιὲς τώρα ποὺ τρέχετε ἔξω ἀπὸ τὸ λιμάνι, χωρὶς νὰ γιαλεύετε* χωρὶς νὰ πυροφανίζετε ― καὶ τὰ ψάρια σας δὲν τὰ εἴδαμε. Μήπως σᾶς ὠνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, γιὰ νὰ βρῆτε τίποτε θησαυρό;
Ὁ Μάνος παρεκάλεσε τὸν Κόκοϊαν νὰ κατεβῇ παρακάτω καὶ νὰ ὁμιλῇ σιγανώτερα. Εἶτα δὲν ἐδίστασε νὰ τοῦ διηγηθῇ τὸ ὅραμά του.
Ὁ Λίμπος ἤκουσε μετὰ προσοχῆς. Εἶτα ἐγέλασε:
―Ἀμ᾿ ποῦ νὰ τὰ ξέρετε αὐτὰ ἐσεῖς, οἱ νέοι, εἶπε, σείων σφοδρῶς τὴν κεφαλήν. Τὸν παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράματα, σὰν αὐτὸ ποὺ εἶδες, Μάνο, τὰ ἔβλεπαν ὅσοι ἦταν καθαροί, τώρα τὰ βλέπουν μόνον οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι. Ἐγὼ δὲν βλέπω τίποτα!… Τὸ εἶδε κι ὁ Γιαλὴς αὐτὸ ποὺ λὲς πὼς βλέπεις;
Ὁ Γιαλὴς ἠναγκάσθη μὲ συστολὴν κατωτέραν τῆς ἡλικίας του νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν ἔβλεπε τὸ φῶς, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἀλλ᾿ ἐπείθετο εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Μάνου, ὅστις ἔλεγεν ὅτι τὸ βλέπει.
Ὁ Κόκοϊας, ἤρχισε τότε νὰ διηγῆται:
― Ἀκοῦστε νὰ σᾶς πῶ, παιδιά. Ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπετε, ἔφτασα τὴ γρια-Κοιράνω τοῦ Ραγιᾶ, τὴν μαννοὺ αὐτῆς τῆς Βάσως τῆς γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα τῆς Γκαβαλογίνας, ἀκόμα κι ἄλλες γριές. Μοῦ εἶχαν διηγηθῆ πολλὰ πρωτινά, παλαιικὰ πράματα, καθὼς κι αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ τώρα:
»Βλέπετε αὐτὸ τὸ χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, ποὺ λένε πὼς εἶναι στοιχειωμένο; Ἐδῶ τὸν παλαιὸν καιρὸ ἐκατοικοῦσε μιὰ κόρη, ἡ Λουλούδω, ὁποὺ τὴν εἶχαν ὀνοματίσει γιὰ τὴν ἐμορφιά της, ―ἔλαμπε ὁ ἥλιος, ἔλαμπε κι αὐτή― μαζὶ μὲ τὸν πατέρα της τὸν γερο-Θεριά (ἑλληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), ὁποὺ ἐκυνηγοῦσε ὅλους τοὺς Δράκους καὶ τὰ Στοιχειά, μὲ τὴν ἀσημένια σαγίτα καὶ μὲ φαρμακωμένα βέλη. Ἕνα Βασιλόπουλο ἀπὸ τὰ ξένα τὴν ἀγάπησε τὴν ὄμορφη Λουλούδω. Τῆς ἔδωκε τὸ δαχτυλίδι του, κ᾿ ἐκίνησε νὰ πάῃ στὸ σεφέρι καὶ τῆς ἔταξε μὲ ὅρκον ὅτι, ἅμα νικήσῃ τοὺς βαρβάρους, τὴν ἡμέραν ποὺ θὰ γεννηθῇ ὁ Χριστός, θὰ ἔρθῃ νὰ τὴν στεφανωθῇ.
 
     Ἐπῆγε τὸ Βασιλόπουλο. Ἔμεινεν ἡ Λουλούδω, ρίχνοντας τὰ δάκρυά της στὸ κῦμα, στὸν ἀέρα στέλνοντας τοὺς στεναγμούς της, καὶ τὴν προσευχὴ στὰ οὐράνια, νὰ βγῇ νικητὴς τὸ Βασιλόπουλο, νὰ ἔρθῃ ἡ μέρα ποὺ θὰ γεννηθῇ ὁ Χριστός, νὰ γυρίσῃ ὁ σαστικός* της νὰ τὴν στεφανωθῇ.
»Ἔφτασε ἡ μέρα ποὺ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Ἡ Παναγία μὲ ἀστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε τὸ Βρέφος μὲς στὴ Σπηλιά, τὸ ἐσήκωσε, τὸ ἐσπαργάνωσε μὲ χαρά, καὶ τό ᾽βαλε στὸ παχνί, γιὰ νὰ τὸ κοιμίσῃ. Ἕνα βοϊδάκι κ᾿ ἕνα γαϊδουράκι ἐσίμωσαν τὰ χνῶτά τους στὸ παχνὶ κ᾿ ἐφυσοῦσαν μαλακὰ νὰ ζεστάνουν τὸ θεῖο Βρέφος. Νά, τώρα θὰ ᾽ρθῇ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω!
»Ἦρθαν οἱ βοσκοί, δυὸ γέροι μὲ μακριὰ ἄσπρα μαλλιά, μὲ τὶς μαγκοῦρές τους, ἕνα βοσκόπουλο μὲ τὴ φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ θεῖο Βρέφος. Εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἄγγελον ἀστραπόμορφον, μὲ χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, εἶχαν ἀκούσει τ᾿ ἀγγελούδια ποὺ ἔψαλλαν: Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ! Ἔμειναν γονατιστοί, μ᾿ ἐκστατικὰ μάτια, κάτω ἀπὸ τὸ παχνί, πολλὴν ὥρα, κ᾿ ἐλάτρευαν ἀχόρταγα τὸ θάμα τὸ οὐράνιο. Νά! τώρα θὰ ᾽ρθῇ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω!
»Ἔφτασαν κ᾿ οἱ τρεῖς Μάγοι, καβάλα στὶς καμῆλές τους. Εἶχαν χρυσὲς μίτρες στὸ κεφάλι, κ᾿ ἐφοροῦσαν μακριὲς γοῦνες μὲ πορφύρα κατακόκκινη. Καὶ τ᾿ ἀστεράκι, ἕνα λαμπρὸ χρυσὸ ἀστέρι, ἐχαμήλωσε κ᾿ ἐκάθισε στὴ σκεπὴ τῆς Σπηλιᾶς, κι ἔλαμπε μὲ γλυκὸ οὐράνιο φῶς, ποὺ παραμέριζε τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι. Οἱ τρεῖς βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν ἀπ᾿ τὶς καμῆλές τους, ἐμπῆκαν στὸ Σπήλαιο, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ Παιδί. Ἄνοιξαν τὰ πλούσια τὰ δισάκκια τους, κ᾿ ἐπρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν.
― Νά! τώρα θὰ ᾽ρθῇ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω!
 
     Πέρασαν τὰ Χριστούγεννα, τελειώθηκε τὸ μυστήριο, ἔγινε ἡ σωτηρία, καὶ τὸ Βασιλόπουλο δὲν ἦρθε νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω! Οἱ βάρβαροι εἶχαν πάρει σκλάβο τὸ Βασιλόπουλο. Τὸ φουσᾶτό του εἶχε νικήσει στὴν ἀρχή, τὰ φλάμπουρά του εἶχαν κυριέψει μὲ ἀλαλαγμὸ τὰ κάστρα τῶν βαρβάρων. Τὸ Βασιλόπουλο εἶχε χυμήξει μὲ ἀκράτητην ὁρμή, ἀπάνω στὸ μούστωμα καὶ στὴ μέθη τῆς νίκης. Οἱ βάρβαροι μὲ δόλο τὸν εἶχαν αἰχμαλωτίσει!
Τὰ δάκρυα τῆς κόρης ἐπίκραναν τὸ κῦμα τ᾿ ἁρμυρό, οἱ ἀναστεναγμοί της ἐδιαλύθηκαν στὸν ἀέρα, κ᾿ ἡ προσευχή της ἔπεσε πίσω στὴ γῆ, χωρὶς νὰ φθάσῃ στὸ θρόνο τοῦ Μεγαλοδύναμου. Ἕνα λουλουδάκι ἀόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ἀνάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς βράχους, ὁποὺ τὸ λὲν Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ, ἀλλὰ μάτι δὲν τὸ βλέπει. Καὶ τὸ Βασιλόπουλο, ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια τῶν βαρβάρων, ἐπαρακάλεσε νὰ γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ τοῦ πελάγους, γιὰ νὰ φτάσῃ ἐγκαίρως, ὣς τὴν ἡμέρα ποὺ γεννᾶται ὁ Χριστός, νὰ φυλάξῃ τὸν ὅρκο του, ποὺ εἶχε δώσει στὴ Λουλούδω.
Μερικοὶ λένε, πὼς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινεν ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Βασιλόπουλου, ποὺ ἔλυωσε, σβήσθηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦταν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας».
(1906)

Περισσότερα διηγήματα καὶ πληροφορίες: www.papadiamandis.org
 

 

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ

Γνωρίζετε ποιός ὀνομάσθηκε "πατήρ τῆς ἱστορίας";

Γνωρίζετε ποιός εἶναι ὁ πρῶτος ἐπιστήμων ἱστορικός;

Γνωρίζετε ποιός συνέχισε τὸ ἒργο του;

Ὁ Ζιλμπέρ ἐτοίμασε μία μικρή ἐργασία γιὰ νὰ τοὺς γνωρίσουμε:


ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΚΟ
ΛΑΘΟΣ. ΜΠΟΡΕΙΤΕ  ΝΑ ΤΟ ΕΥΡΕΤΕ; 

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940


Οὐ τῶν νικώντων ἐστὶ

 τὰ ὅπλα παραδιδόναι…

23 Απριλίου 1941
 
"Η διαταγή ήρθε πρωί-πρωί να παραδώσουμε τον οπλισμό μας. Ήμασταν αιχμάλωτοι. Κατά το μεσημέρι, την ώρα που παραδίδονταν στους Γερμανούς τα πυροβόλα, αυτοκτόνησε ο ταγματάρχης Βέρσης και δύο λοχίες. Είχανε κρατήσει τον όρκο πως ο πυροβολητής πεθαίνει πάνω στο πυροβόλο του, αλλά δεν το εγκαταλείπει".  ("Απρίλης", Γ' έκδοση, σελ. 178).
 
Ὁ Μάνος Κατράκης διηγεῖται: «κάποια στιγμή, μια δυνατή φωνή ξεχώρισε να καλεί όσους ήμασταν του πρώτου Πεδινού. Ήταν ο ταγματάρχης μας Βερσής. Όσοι είχαμε μείνει, μαζευτήκαμε γύρω του. Τότε, εκείνος, ρίχνοντας μια ματιά σε όλους, σαν να ήθελε να μας αγκαλιάσει, είπε, ενώ τον έπνιγε η συγκίνηση: Παιδιά μου, προδοθήκαμε. Κάναμε το χρέος μας. Φεύγω από κοντά σας, υπερήφανος για σας. Καλή πατρίδα, καλή λευτεριά!»

 

ΤΟ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΟΝ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ 

Τὸ τελετουργικὸ τῆς θυσίας, ὅπως τὸ περιγράφει ὁ ὑποστράτηγος Ι. Α. Βερνάρδος:
"Το V Σύνταγμα Πυροβολικού παρέδωσε τα πυροβόλα και τον οπλισμό του εις το χωρίον Σταυράκι. Η ταχύπτερος φήμη έφερε μέχρις ημών την νύκτα της επομένης, ότι ο ταγματάρχης πυροβολικού Βερσής Κωνσταντίνος, διοικητής μοίρας πυροβολικού, ετίμησε, κατά τρόπον μεγαλειώδη, το υπερήφανον όπλον του. Όταν, δηλαδή, έλαβε την διαταγή να παραδώση τα πυροβόλα του, συνεκέντρωσεν τους άνδρας της μοίρας του με μέτωπον προς νότον, προς την αιώνιαν Ελλάδα. Διέταξε και πάντες έψαλαν τον Εθνικό μας Ύμνον, και κατόπιν, αφού ησπάσθη τα πυροβόλα του, έδωσε διαταγήν και τα συνέτριψαν με δυναμίτιδα. Κι ενώ ακόμη το έδαφος εσείετο από τας εκρήξεις, ο Βερσής, στηρίξας το περίστροφόν του εις τον δεξιόν του κρόταφον, ηυτοκτόνησε". (Ι.Α. Βερνάρδου "Τρεμπεσίνα", σελ. 176. Εκδόσεις Ν. Αλικιώτης και Υιοί).

Στὴν "Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους" διαβάζουμε:

"Την ίδια μέρα, ο αγώνας της Ελλάδος σημαδεύτηκε από την πράξη ενός μαχητή στο μέτωπο, που συμβόλιζε το δράμα της χώρας μας και του λαού της. Στη σχετική με τη δράση του Α' Σώματος Στρατού έκθεση αναγράφεται: Ο ταγματάρχης του Πυροβολικού Βερσής, διαταχθείς υπό των Γερμανών να παραδώση τα πυροβόλα της μοίρας του, αφού συνεκέντρωσε ταύτα και τους απέδωκε τιμάς, ηυτοκτόνησε, ενώ η μοίρα του έψαλλε τον Εθνκόν Ύμνον".
("Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", τόμος ΙΕ', σελ. 451. Εκδοτική Αθηνών).

Ἡ φήμη γιὰ τὸ συνταρακτικὸ αὐτὸ γεγονὸς κυκλοφόρησε μὲ ταχύτητα ἀστραπῆς ἀνάμεσα στὸν διαλυόμενο ἑλληνικὸ στρατὸ καὶ γέννησε ἱερὸν δέος στὶς ψυχὲς τῶν στρατιωτῶν.

Ὁ ἡρωικὸς Ταγματάρχης μὲ τὸ τελευταῖο γράμμα ποὺ εἶχε γράψει στὴν οἰκογένεια του προέτρεπε τὸν Σωτηράκη τὸν μικρό του γιό -ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ Ἕκτωρ τὸν μικρὸ Ἀστυάνακτα-, ὅταν μεγαλώση νὰ γίνη ἕνας καλὸς στρατιώτης καὶ εὐχόταν μία μέρα νὰ πολεμήσουν μαζί.
 
"Ο Σωτηράκης τι κάνει; Ήταν πολύ ωραίο το γράμμα του. Να φροντίζετε να μη κόβει την όρεξη του με πολλά γλυκά σε ακατάλληλες ώρες. Να τρώει μόνο σε ώρες που πρέπει και αφού φάγει όλο του το φαγητό πρώτα. Να μάθει να τρώει από όλα τα φαγητά, όπως όλοι εδώ οι στρατιώται, για να γίνει και αυτός ένας καλός στρατιωτάκος όταν μεγαλώσει. Ίσως να με συναντήσει ως στρατιώτης στο μέτωπο, καθώς πάμε, καμμιά φορά. Εις όλους τους δικούς μας χαιρετίσματα.
Φιλιά, Κώστας  
 
15 Απριλίου 1941.
 
Ἕκτωρ:

«Ζεῦ ἄλλοι τε θεοί, δότε δὴ καὶ τόνδε γενέσθαι

παῖδ΄ἐμόν, ὡς καὶ ἐγώ περ, ἀριπρεπέα Τρώεσσιν…»


 
Β΄. ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΓΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΣΤΡΑΤΙΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ 8/5/41
Ἡ Μακεδονία ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων ὑπῆρξε χώρα καθαρῶς ΕΛΛΗΝΙΚΗ. Ἀψευδὴς μάρτυς τούτου δὲν εἶναι μόνον ἡ ἱστορία, ἀλλὰ καὶ τὰ πάμπολλα μνημεῖα, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν καὶ συνεχῶς εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ ἔδαφος αὐτῆς.
Οἱ πρὸ 2000 ἐτῶν π.Χ. κάτοικοι αὐτῆς ἦσαν Ἕλληνες δωρικῆς καταγωγῆς. Λόγῳ ὅμως τῆς γεωγραφικῆς θέσεως ταύτης καὶ τῆς εὐφορίας τοῦ ἐδάφους της ὑπέστη κατὰ καιροὺς πολυαρίθμους ἐπιδρομὰς ἐκ μέρους διαφόρων βαρβάρων λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκ περιτροπῆς καὶ κατὰ περιόδους κατώρθωναν νὰ τὴν ὑποδουλώνουν.
Ἀλλ’ οὐδεὶς τούτων, παρὰ τὰ σκληρὰ καὶ βίαια μέτρα, τὰ ὁποῖα μετήρχετο, κατώρθωσε νὰ μεταβάλῃ τὸν Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα αὐτῆς καὶ τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα τῶν κατοίκων της.
Τοιαύτης χώρας ἡ Πατρὶς καὶ ὁ Βασιλεὺς μᾶς ἐνεπιστεύθησαν τὴν φρούρησιν. Τῆς μεγάλης αὐτῆς τιμῆς πρέπει νὰ φανῶμεν πάντες ἀντάξιοι. Βαρὺ καὶ δύσκολον τὸ ἔργον, ἀλλ’ ἀνάλογος θὰ εἶναι καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα ὅλων μας καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη τῆς Πατρίδος.
Πιστεύω ὅτι οὐδεὶς θὰ θελήσῃ ν’ ἀπειλήσῃ ἀπὸ Βορρᾶ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Πατρίδος μας. Ἐὰν ὅμως τολμήσῃ, πρέπει νὰ ὑποστῇ καὶ οὗτος τὴν τύχην τοῦ ἀντιπάλου μας, ὁ ὁποῖος ἐπεχείρησεν ὅλως αἰφνιδιαστικῶς νὰ παραβιάσῃ τὰ Ἠπειρωτικὰ σύνορά μας, διὰ νὰ ὑποδουλώσῃ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ σήμερον, ἀντὶ νὰ εὑρίσκεται οὗτος ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ὅπως ὑπελόγιζε καὶ ἦτο βέβαιος περὶ αὐτοῦ, εὑρίσκεται ἡττημένος εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς Ἀλβανίας.
Πρὸ τῆς ἀκατασχέτου ὁρμῆς καὶ τῶν σκληρῶν κτυπημάτων τοῦ ἡρωϊκοῦ στρατοῦ μας, διωκόμενος, καταβάλλει ἀπεγνωσμένας προσπαθείας, ὅπως συγκρατήσῃ τὸν πανικόβλητον καὶ ἔντρομον στρατόν του.
Καὶ ὁ στρατὸς τῆς Μακεδονίας, ἐὰν αἱ περιστάσεις ἐπιβάλουν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ὕψιστον πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκόν του, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ φανῇ ἀντάξιος τῆς μεγάλης ἀποστολῆς του καὶ ἀντάξιος τοῦ ἐν Ἀλβανίᾳ ἀγωνιζομένου σήμερον ἡρωϊκοῦ στρατοῦ μας.
Μὲ τὴν ἀπόλυτον ταύτην πεποίθησιν ἀναλαμβάνων τὴν Διοίκησιν τούτου ἀπευθύνω εἰς πάντας ἐγκάρδιον χαιρετισμόν.
Ἀντιστράτηγος Κωνσταντῖνος Μπακόπουλος
                                                              Πηγή: ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ Ε' Δημοτικού 1955
                                                                             

                

 

 

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453

Ἡ ἅλωσις μὲ τὴν πένα τῆς Μαρίας Λαμπαδαρίδου -Πόθου :

 
     Ἐκείνη τὴν Βασιλεύουσα, ποὺ αἱμορραγούσανε οἱ δρόμοι της καὶ οἱ ἐκκλησιές της, δὲν θέλω νά τηνε θυμοῦμαι. Ἐκείνη τὴν Βασιλεύουσα τὴν ἐγκαταλειμμένη ἀπὸ τὸν θεό της. Προτιμῶ νά τηνε φέρνω στὴ σκέψη μου βασιλίδα, ντυμένη μὲ πορφύρα χρυσοκέντητη, μὲ τὸ δικέφαλο ἀετὸ στὸ μετωπό της.
    Ὅμως, τότε ἀκόμα, ἡ ψυχή μου αἱμορραγοῦσε μαζί της.
 
   Ἤτανε Κυριακὴ, πέντε μέρες μετὰ τὴν συμφορά, καὶ τὰ πράγματα ἔμοιαζαν πιὸ ἥσυχα. Δὲν σφάζανε πιὰ στοὺς δρόμους, καὶ ὁ καταραμένος, σὰν μπήκε στὴν Πόλη θριαμβευτὴς ἐπάνω στὸ ἄλογό του, ἔδωσε διαταγὴ νὰ σταματήσει τὸ αἷμα καὶ ἡ καταστροφή. Μά πῶς μποροῦσε νὰ συγκρατήσει τὶς ἄγριες ὀρδές του, φουσάτα ἀτελείωτα ἀπὸ πεινασμένους καὶ λογιῶν τυχοδιῶκτες, ποὺ περιμένανε τούτη τὴν ὥρα; Καὶ μόνο τὸ βράδυ τῆς Πέμπτης, τρίτης ἡμέρας σφαγῆς, κόπασε τὸ ὁμαδικὸ αἷμα καὶ ἡ λυσσώδης λεηλασία, γιὰ νὰ ἀρχίσει ἡ θηριωδία τοῦ σκλαβοπάζαρου καὶ ἡ ἐκδικητικὴ θανάτωση τῶν εὐγενῶν καὶ τῶν ὀφικιάλιων ἀπὸ τὸν ἴδιο.
 
  Πέρασα ἀπὸ τὴν κολόνα τοῦ Κωνσταντίνου καὶ ἡ καρδιά μου σκίρτησε...
 
  Θυμοῦμαι, θυμοῦμαι...
  Θυμοῦμαι, θυμοῦμαι...

    Δευτέρα πικρή. Δευτέρα τοῦ γενναίου χαῖρε. Τὴν ἀποχαιρετοῦσα πιά. Τὴν Πόλη τῶν δακρύων μου. Τὴν ἐρασμία. Τὴν ἀποχαιρετοῦσα.
...
   Τὰ βήματα μὲ φέρανε ψηλά, στὴν πύλη τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ. Ἤθελα νὰ τὴν ἀποχαιρετήσω, νὰ τηνε δῶ ξανά, νὰ αἰσθανθῶ τὸ ρῖγος τῆς ὁρμῆς ἐπάνω στὸ νεκρό μου σῶμα, τὸ ρῖγος τῆς ἀντρειοσύνης μας. Καὶ ἔψαχνα σὰν τὸν τρελὸ στὸ τρέμισμα τοῦ ἀγέρα νὰ βρῶ τὸν κραδασμὸ ἀπὸ τὴν ψυχή τοῦ αὐτοκράτορα, ἀπὸ τὴν τελευταία κραυγή του...
  Ἐδῶ... ἐδῶ, στὸ σημεῖο αὐτὸ ἔπεσε, μονολογοῦσα παραλοϊσμένος, ἐδῶ...ἐδῶ, σὲ αὐτὲς τὶς πέτρες ἐπάνω, σὲ αὐτὸ τὸ χορτάρι, καὶ τὸ ἄγγιζα τρέμοντας καὶ τὸ καταφιλοῦσα. Ὥσπου ἔπεσα ὁλόσωμος ἐπάνω στὴ γῆ, στὸ σημεῖο ἐκεῖνο τὸ ἀκριβὲς -πίσω ἀπὸ τὴν καστρόπορτα καὶ δίπλα στὸ γκρεμισμένο ἐσωτείχιο τοῦ πύργου-ἔπεσα ὁ ἄμοιρος ἐπάνω στὸ αἷμα του, ποὺ ἤτανε χλωρὸ ἀκόμα καὶ μοῦ μιλοῦσε, "δὲν πέθανα, μοῦ ἔλεγε, μὴν κλαῖς, ἐκεῖ στὸ χρόνο τὸ μαρμαρωμένο βρῆκα ξανὰ τὸ ματωμένο μου σπαθὶ καὶ περιμένω...ἐκεῖ, στὴν ἀγρυπνία τῶν ψυχῶν..."


Ἀποσπάματα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα τῆς Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθου "Πῆραν τὴν Πόλη πῆραν την..."

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

ΙΩΜΕΝ ΕΣ ΑΓΟΡΑΝ;


ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΗΦΑΙΣΤΟΥ

 
Τὴν Κυριακή, 2 Ἰουνίου 2013, θὰ ἐπισκεφθοῦμε τὸν ναὸ τοῦ Ἡφαίστου στὸ Θησεῖον, γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὸν κλυτοτέχνην θεὸν καὶ τὸν Θησέα, τὸν μεγάλο ἥρωα τῶν Ἀθηνῶν. Ἐν συνεχείᾳ θὰ περπατήσουμε στὴν Ἀρχαία Ἀγορὰ στὰ βήματα τοῦ Σωκράτους καὶ θὰ ἀνηφορίσουμε στὴν Ὁδὸ Παναθηναίων, γιὰ νὰ ἀτενίσουμε τὸν ἱερὸ βράχο καὶ τὰ γύρω ἱερὰ.

Σημεῖον συναντήσεως: εἴσοδος ἀρχαίας Ἀγορᾶς (Ἀδριανοῦ 24)

ΩΡΑ: 9.00

Εἴσοδος ἐλευθέρα γιὰ τὰ παιδιά (συνοδοί: μειωμένο εἰσιτήριο 2 εὐρώ)