Χαίρετε, κλειστὰ λουλούδια /τῆς πρωτόβγαλτης αύγῆς!/ Ὤ! τὸ ἀσκόρπιστο τὸ μύρο/ μέσα τὸ φυλᾶτε ἐσεῖς!/
Μάτια σεῖς ποὺ ὅλο ρωτᾶτε/ὦ ἀφανέρωτα φτερά,/ ὀνειρό- θρεφτα κορμάκια,/μεταξόμαλλα παιδιά.
Κωστὴς Παλαμᾶς

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Φιλοσοφία γλαυκῶπις

γλαύσσω
λάμπω

γλαῦξ

Θυμᾶστε τὸ ὀξυωπέστατον πτηνόν;

γλαυκῶπις

Θυμᾶστε αὐτὸ τὸ ἐπίθετο τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς;
 
Δεῖτε πῶς ὁ Ἀλέξανδρος Κοὺκ, μαθητὴς τῆς Γ΄Λυκείου σήμερα, τὶς ξαναφέρνει στὸ φῶς στὸ ποίημά του "Φιλοσοφία γλαυκῶπις", τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὸ Γ΄ Βραβεῖον στοὺς ΚΖ Πανελληνίους Δελφικοὺς Ἀγῶνες Ποιήσεως 2012 κι ἔγινε ὁ νεώτερος ποιητὴς ποὺ βραβεύεται μεταξὺ ἐνηλίκων.
Καὶ μὴν ξεχνᾶτε, ἡ ποίησις διαβάζεται ἀργά, πολὺ ἀργά, λέξι-λέξι.

Φιλοσοφία γλαυκῶπις



Μὴ φανταστεῖς λίθο λαξευμένο
Καὶ γράμματα πολλά, παμπάλαιους παπύρους.
Σκέψου τὴν θάλασσα. Ναί, τὴν ζωοδότρα.
 
Ἀέρινη ἡ μορφή της, φωτεινὴ καὶ πανίσχυρη.
Ψηλάφισε αὐτὸ ποὺ σκέπτεσαι καὶ μέσα στὶς χαραγματιὲς τοῦ λογισμοῦ
τῆς ὀπτασίας αὐτῆς, ἐκεῖ θὰ βρεῖς τὴν Ἀθηνᾶ σου.
 
Ὀνειρέψου τὴν πρωτοκόρη νὰ γδύνεται ἀπὸ τὴν ἀντανάκλαση τοῦ ἡλίου,
καὶ μόνη, σὰν ἄγρια ἀμαζόνα νὰ τινάσσει τὴν ἁρμύρα ἀπὸ τὰ χείλη της.
Φρόντισέ την, πότισέ την μὲ τὶς ἀναμνήσεις τοῦ τότε, τοῦ ἰσχυροῦ.
 
Σοῦ ὑπόσχομαι ὅτι θὰ ξεπροβάλλει καὶ πάλι πανέτοιμη
ἀπὸ τὸν γκρεμὸ τῆς σκέψης σου. Μὲ τὴν ἐλιὰ καὶ τὴν ἀπάντηση,
θὰ σὲ ἐτοιμάσει γιὰ τὴν ἀναζήτηση τῆς γλαύκας.
 
Ἕνα μόνο σοῦ θυμίζω, πρόσεξε, μὴν αἰσθανθεῖς ὅτι τὴν γέννησες ἐσύ.
Ἀθάνατη καὶ παρθένος ἔβγαλε ἀπὸ τὰ σπλάχνα της τὸν Πλάτωνα,
Τὸ θεῖο φῶς τοῦ Σωκράτη καὶ τὴν τῶν ὅλων φιλοσόφων σκέψη.
 
Ἐκείνη καὶ Ἐκεῖνοι σοῦ χαρίζουν τὸ καλὸ τοῦ κόσμου σου,
Τὸ ἀρχέγονο πέρασμα ἀπὸ τὸ σκότος στὴν ἀλήθεια.
Φρόντισε νὰ τὸ παραδώσεις ἀνοιχτό! Παράδωσε το συντομότερο.
 
Σὰν τὸν Ὀδυσσέα λοιπὸν πλανίσου στὸν δρόμο τῆς Ἀθήνης,
τὸν δρόμο μὲ τὶς Σειρῆνες τῶν ἀισθήσεων καὶ τὰ παράθυρα.
Ἐκεῖνα, τὰ σπουδαῖα ποὺ ἀπὸ τότε φωτίζουν πρὸς τὰ ἔξω, μαγεύουν δὲν γητεύουν.
 
Φέρε τώρα τὴν Θεὰ καὶ πάλι στὸ μυαλό σου,
φίλα την στὸ μάγουλο καὶ φύγε γενναῖε μου.
Ἄνοιξε τὰ μάτια σου...
 
Καὶ ἀπὸ δῶ καὶ πέρα τὴν αὐγὴ νὰ ἀναζητᾶς τὴν αἰώνια γλαῦκα στὸν ὀρίζοντα.
Ὄχι σὰν τὶς ἄλλες ποὺ βγαίνουνε τὰ βράδια φοβισμένες!
Ἀγάπη μου, αὐτὴ ἡ γλαῦκα δὲν ἀσπάζεται τὸ σκότος.
 
 
 
Ἀλέξανδρος Κοὺκ, 11-01-2012