Χαίρετε, κλειστὰ λουλούδια /τῆς πρωτόβγαλτης αύγῆς!/ Ὤ! τὸ ἀσκόρπιστο τὸ μύρο/ μέσα τὸ φυλᾶτε ἐσεῖς!/
Μάτια σεῖς ποὺ ὅλο ρωτᾶτε/ὦ ἀφανέρωτα φτερά,/ ὀνειρό- θρεφτα κορμάκια,/μεταξόμαλλα παιδιά.
Κωστὴς Παλαμᾶς

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΟΛΟΓΙΟΜΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

ΤΟ ΟΛΟΓΙΟΜΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Ἕνα διήγημα τοῦ Παναγιώτη Μπουκουβάλα ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὸ βάδισμα τοῦ Ἀπόλλωνος στὴν Α΄ ραψωδία τῆς Ἰλιάδος.

      Πυκνὸ σκοτάδι. Ὀργιώδης βλάστηση.Ἕνα ὁλόγιομο φεγγάρι. Ἕνα σκηνικὸ πλασμένο μὲ τὴν σκόνη τοῦ ὀνείρου καὶ μὲ ἕνα ἀρχέγονο ἔνστικτο, ποὺ ξυπνάει καὶ τοὺς πιὸ βαθιὰ κρυμμένους πόθους τοῦ ἀνθρώπου.

      Καὶ ξαφνικά, ἕνα θρόισμα. Μία σκιὰ κάτω ἀπ΄τὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ. Ἕνας ὑπόκωφος ἦχος, τόσο ἀνατριχιαστικὸς καὶ βαθὺς ποὺ ξύπνησε τὶς κοιμισμένες νύμφες. Σταμάτησε τὸν χορὸ τῶν νεράιδων. Διέκοψε τὸ αἰώνιο τραγοῦδι τῶν κορῶν τοῦ Νηρέα.

      Μέσα ἀπὸ τὶς φυλλωσιὲς τῶν δένδρων ξεπρόβαλε μία φιγούρα. Μία ἀνθρώπινη σιλουέτα. Περπατοῦσε ἀργά, μὲ σταθερὸ βηματισμό, στητὸ κορμὶ καὶ ἀπολιθωμένο βλέμμα. Ὅλα πάγωσαν. Ὅπως ἡ Μέδουσα πέτρωνε μὲ ἕνα βλέμμα τὰ θύματά της, ἔτσι καὶ τὸ δάσος πάγωσε μὲ τὸ βλέμμα του.

       Προχώρησε ἀμίλητος, ἀνέκφραστος, μὲ βαριά, σταθερὰ βήματα. Ἔφθασε σὲ ἕνα ξέφωτο. Γονάτισε καὶ κοίταξε τὸ φεγγάρι. Τὸ κοιτοῦσε γιὰ ὥρα. Ξάφνου ξέσπασε. Ἔβγαλε μία κραυγὴ ποὺ δὲν ἦταν ἀνθρώπινη. Ἔμοιαζε περισσότερο μὲ πληγωμένο θηρίο.

        Ἡ κραυγὴ ἀντήχησε στὸ δάσος. Μία παχιά, ἀφρώδης ὁμίχλη σκέπασε τὸ ξέφωτο. Τὸ φεγγάρι ἔρριξε τὸ φῶς του στὸ ξέφωτο. Τὸ δάσος σκέπασε τὸ ἄψυχο σῶμα του. Τὸ ἔκρυψε στὰ σωθικά του. Ψιθύρισε τὸ μυστικό του, λὲς καὶ ἤθελε νὰ τὸ κρύψη, νὰ μὴν τὸ μάθη κανείς. Τὸ κατάφερε. Σφράγισε τὴν ἀλήθεια μὲ μία ἀπόκοσμη ἡσυχία.

        Κανεὶς δὲν ἔμαθε ποτέ, κανεὶς δὲν κατάφερε νὰ μάθη. Ἐκτὸς ἀπὸ κάποιον. Τὸ φεγγάρι. Αὐτὸς ὁ λευκὸς δίσκος, τὸ μάτι τῆς νύχτας. Αὐτὸς μόνο ξέρει τὸ μυστικό. Δὲν θὰ τὸ μαρτυρήση. Μόνο θὰ φωτίζη τὸ ξέφωτο καὶ θὰ τιμᾶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ χάθηκε στὸ μυστήριο τοῦ δάσους.

Οἱ στίχοι ποὺ τὸν ἐνέπνευσαν:

Φοῖβος Ἀπόλλων,
βῆ δὲ κατ΄Οὐλύμποιο καρήνων χωόμενος κῆρ,
 Ὁ Φοῖβος Ἀπόλλων κατέβηκε ἀπὸ τὶς κορυφὲς (κάρηνα) τοῦ Ὀλύμπου χολωμένος στὴν καρδιὰ
Τόξ΄ὤμοισιν ἔχων ἀμφηρεφέα τε φαρέτρην·
τόξα στὸν ὦμο ἔχων καὶ στεγανὴ φαρέτρα
ἔκλαγξαν δ΄ ἄρ΄ ὀιστοὶ ἐπ΄ ὤμων χωομένοιο,
ἤχησαν δὲ μὲ κλαγγὴ τὰ βέλη του στὸν ὦμο, καθὼς θυμωμένος 

αὐτοῦ κινηθέντος. ὅ δ΄ἤιε νυκτὶ ἐοικώς.
αὐτὸς ἐκινήθη. ἐρχόταν δὲ  μὲ τὴν νύχτα ὅμοιος. 
Α΄ ραψωδία τῆς Ἰλιάδος (στ. 43-48)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου